«Η μηχανή του ήταν μια χαρά. Την είχε περίπου τέσσερα χρόνια και είχε έρθει με αυτήν από την Αθήνα. Αν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα, θα απευθυνόταν στον γαμπρό μου, που γνωρίζει από μηχανές. Δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα», αναφέρει η θεία και νονά του αγνοούμενου γεωπόνου Κώστα Ασλανίδη.
«Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο»
Ο πρόεδρος της Λέσχης Μοτοσικλετιστών Μεσσηνίας, Δημήτρης Τζανετάκος, μίλησε στη δημοσιογράφο της εκπομπής κοντά στο γεφυράκι της Καρύταινας, όπου τον Αύγουστο του 2025 είχε συμμετάσχει και ο ίδιος στις έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου.
«Ερευνήσαμε ολόκληρη την περιοχή, μέχρι και αρκετά πιο κάτω, τόσο με μοτοσικλέτες όσο και μαζί με την ΕΜΑΚ και τις υπόλοιπες υπηρεσίες που συμμετείχαν στις έρευνες. Πήγαμε παντού, ακόμη και σε ιδιαίτερα απόκρημνα σημεία. Ήμασταν 10 μοτοσικλέτες, περίπου 20 άτομα και διανύσαμε μία μεγάλη διαδρομή περνώντας από τη Μεγαλόπολη, την Καρύταινα, την Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα, σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο. Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο. Υπάρχουν δρόμοι χωρίς προστατευτικές μπάρες και κάθε στροφή μπορεί να κρύβει μία παγίδα που δεν είναι εύκολο να προβλέψεις», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, ο 33χρονος γεωπόνος οδηγούσε μια Yamaha Fazer μεγάλου κυβισμού. Ωστόσο, η ενδυμασία του το μεσημέρι της εξαφάνισής του, τον Αύγουστο του 2025, δεν ήταν κατάλληλη για μία διαδρομή με μία τέτοια μοτοσικλέτα.
«Φορούσε μόνο κράνος, αθλητικά παπούτσια, ένα φανελάκι και μία βερμούδα. Δεν είχε τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό, που θα μπορούσε να περιορίσει τη σοβαρότητα των τραυματισμών σε περίπτωση πτώσης, μικρής ή μεγάλης. Οι έρευνες διήρκεσαν μήνες και γνωρίζω ότι ακόμη και σήμερα οι συγγενείς του συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί κανένα στοιχείο. Δεν αποκλείεται να συνέβη κάποιο ατύχημα με διερχόμενο όχημα, το οποίο κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ενδεχομένως, κάποιος οδηγός να παρατηρούσε το τοπίο και να μην αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία του. Σε ολόκληρο το επαρχιακό δίκτυο υπάρχουν κλειστές στροφές, οι λεγόμενες ‘τυφλές’ όπως τις αποκαλούμε στη μοτοσικλετιστική ορολογία. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι δεν βρέθηκε η μηχανή είναι ένα διαφορετικό ζήτημα», επισημαίνει.
«Εύχομαι να βρίσκεται κάπου»
Τονίζει ότι αν είχε προηγηθεί απότομο φρενάρισμα λόγω κάποιου ατυχήματος, θα ήταν αναμενόμενο να υπάρχουν ίχνη στο οδόστρωμα. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκε κάτι τέτοιο.
«Αυτό που βλέπουμε εδώ, όπως και σήμερα, είναι χώματα και σαθρά υλικά στο οδόστρωμα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ολίσθηση αν κάποιος τα πατήσει. Επιπλέον, ο δρόμος είναι παλιός. Δυστυχώς θα μπορούσε να έχει συμβεί κάποιο ατύχημα. Η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα είναι παλαιότερης τεχνολογίας και δεν διαθέτει σύστημα GPS, ώστε να μπορεί κάποιος να εντοπίσει ανά πάσα στιγμή τη θέση της μέσω κινητού τηλεφώνου ή δορυφορικής σύνδεσης. Στη δική μου μηχανή, αντίθετα, υπάρχει σύγχρονος εξοπλισμός και οι δικοί μου άνθρωποι μπορούν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκομαι», εξηγεί δείχνοντας τη μοτοσικλέτα του.
Αναφερόμενος στις θερμικές κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ερευνών, επισημαίνει ότι η τεχνολογία αυτή δεν θα ήταν απαραίτητα σε θέση να εντοπίσει τη μοτοσικλέτα, εάν εκείνη βρισκόταν σε σημείο καλυμμένο από βλάστηση.
«Δυστυχώς, οι θερμικές κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν στις έρευνες δεν θα μπορούσαν απαραίτητα να εντοπίσουν τη μηχανή. Το μέταλλο θα ανέπτυσσε υψηλότερη θερμοκρασία μόνο αν το χτυπούσε ο ήλιος. Αν όμως η μηχανή βρισκόταν κάτω από κάποιο φυτό ή δέντρο, μπορεί να μην ήταν ορατή μέσω της θερμικής απεικόνισης. Όσο για το σώμα του Κώστα, θα εξέπεμπε θερμότητα μόνο εάν ήταν ζωντανός. Αυτό που εύχομαι τώρα είναι να βρίσκεται κάπου το παιδί, να μας δει και να επικοινωνήσει μαζί μας, να χτυπήσει ένα τηλέφωνο και να μας πει ότι είναι καλά. Πάνω απ’ όλα, το εύχομαι για την οικογένειά του, που περνάει πολύ δύσκολες στιγμές», καταλήγει συγκινημένος.