Στις Σέρρες, ο θάνατος ενός οικογενειάρχη, του Γιώργου Χατζίδη, μετατρέπεται σε μια δολοφονία με αναπάντητα ερωτήματα και ευρήματα που προκαλούν προβληματισμό.
Ένα σπίτι αναστατωμένο, ίχνη παραβίασης και η μαρτυρία του γιου του που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Το «Τούνελ» ξετύλιξε το κουβάρι της υπόθεσης, αναζητώντας απαντήσεις στα σκοτεινά σημεία και τις αντιφάσεις. Η έρευνα οδήγησε στο σπίτι όπου ο άτυχος άνδρας άφησε την τελευταία του πνοή, εκεί όπου ο γιος του περιέγραψε στην κάμερα της εκπομπής όσα αντίκρισε όταν έφτασε στο σημείο.
«Ήταν 1η Αυγούστου όταν ήρθα εδώ στο σπίτι για να δω τι κάνει ο πατέρας μου. Τότε είδα ότι το σιδερένιο κάγκελο στο παράθυρο είχε βγει από τη θέση του. Η πόρτα ήταν κανονικά κλειστή, αλλά το παράθυρο ήταν παραβιασμένο. Μπήκαν από το παράθυρο και βγήκαν από την πόρτα, γιατί βρήκαν ένα κλειδί μέσα στο σπίτι. Το άφησαν πάνω στο τραπέζι και έφυγαν», λέει ο γιος του, Αβραάμ.
Όπως επισημαίνει, λίγες ημέρες νωρίτερα, όταν είχε επισκεφθεί ξανά το σπίτι, τα κάγκελα βρίσκονταν κανονικά στη θέση τους.
«Όταν έφτασα, άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα ένα σπίτι άνω κάτω. Χαρτιά και αντικείμενα ήταν πεταμένα στο πάτωμα, ενώ καρέκλες, τραπέζια και πράγματα από όλο το σπίτι ήταν ανακατεμένα σε κάθε δωμάτιο. Ήταν φανερό πως κάποιος είχε ψάξει τα πάντα. Στην αρχή δεν μπορούσα να εντοπίσω τον πατέρα μου πουθενά. Φώναξα δύο-τρεις φορές, αλλά δεν απαντούσε. Προχώρησα στο εσωτερικό του σπιτιού και τον είδα να κάθεται στον καναπέ του. Του μίλησα ξανά, αλλά δεν ανταποκρίθηκε. Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν στη ζωή και κάλεσα την Αστυνομία και το ασθενοφόρο».
«Ταράχτηκα πάρα πολύ, γιατί το τελευταίο διάστημα τον φρόντιζα εγώ. Τον έβλεπα καθημερινά, άλλοτε το πρωί και άλλοτε το βράδυ. Την Παρασκευή, όμως, δεν είχα πάει. Είχαμε δύο ημέρες να επικοινωνήσουμε και συνέβη αυτό», περιγράφει.
Όπως εξηγεί, είχε κλειδιά του σπιτιού και μπορούσε να μπαίνει όποτε ήθελε ενώ κάποιες φορές όταν δεν τα είχε μαζί του, του άνοιγε ο ίδιος ο πατέρας του.
«Το τελευταίο διάστημα ο πατέρας μου δεν είχε τηλέφωνο και γι’ αυτό προσπαθούσα να πηγαίνω όσο πιο συχνά μπορούσα. Η μητέρα μου, τον τελευταίο μήνα, εργαζόταν ως αποκλειστική νοσοκόμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας, με αποτέλεσμα ο πατέρας μου να μένει μόνος του στο σπίτι. Έτσι, είχα αναλάβει εγώ τη φροντίδα του. Του πήγαινα φαγητό και γενικά».