Μαζική είναι η φυγή και η απροθυμία των νέων επαγγελματιών υγείας να στελεχώσουν το ΕΣΥ λόγω των εξαιρετικά χαμηλών αμοιβών και της κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο.
Οι χαμηλοί μισθοί των νοσηλευτών, τραυματιοφορέων και γιατρών οδηγούν σε άγονες προκηρύξεις θέσεων και στρέφουν το προσωπικό προς τον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό.
«Ένας νοσηλευτής που προσλαμβάνεται στο σύστημα, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, λαμβάνει 850 ευρώ το μήνα και σε εμάς δεν υπάρχουν τα δώρα, δεν υπάρχει ο 13ος και 14ος μισθός γιατί είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι. Ένας ΔΕ βοηθός νοσηλευτή λαμβάνει 750 ευρώ το μήνα και ο τραυματιοφορέας 700 ευρώ το μήνα. Φανταστείτε πώς μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος όταν αυτά τα χρήματα δεν φτάνουν ούτε για το νοίκι του σπιτιού», είπε ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μιχάλης Γιαννάκος.
«Έτσι λοιπόν γίνονται προκηρύξεις οι οποίες βγαίνουν άγονες και ένας γιατρός παίρνει λιγότερα από 2.000 ευρώ το μήνα. Οι προκηρύξεις βγαίνουν άγονες και ο καθένας από εμάς προσπαθεί, ειδικά όταν είναι νέος άνθρωπος, για να φτιάξει τη ζωή του, να βρει μια εργασία στο εξωτερικό»,
Την ίδια στιγμή η ΠΟΕΔΗΝ ανέφερε πως το πάγιο αίτημά της για την ένταξη του κλάδου στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα έχει ικανοποιηθεί μερικώς, ωστόσο παραμένει προβληματικό, καθώς όπως τόνισε ο κος Γιαννάκος οι παλαιότεροι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση δυσκολεύονται να επωφεληθούν, καθώς απαιτείται η αναδρομική καταβολή επασφαλίστρου.
Επιπλέον, αναδεικνύεται μια έντονη ανισότητα, καθώς ο σχετικός κανονισμός εφαρμόζεται για τους συμβασιούχους και τους νεότερους μόνιμους (μετά το 2011), αφήνοντας εκτός άλλες κατηγορίες μόνιμων υπαλλήλων του πρώην δημοσίου και δημιουργώντας το παράδοξο οι μόνιμοι εργαζόμενοι να βρίσκονται σε δυσμενέστερη μοίρα από τους συμβασιούχους.