Το μπλεγμένο κουβάρι της εξαφάνισης του Κώστα Γρεβενίτη αρχίζει σταδιακά να ξετυλίγεται μέσα από τις μαρτυρίες που φέρνει στο φως η διεξοδική έρευνα του «Τούνελ».
Μία από αυτές προέρχεται από την ιδιοκτήτρια καφέ στην πλατεία του Βλαχιώτη, που μίσθωνε το κατάστημα που ανήκει στον αγνοούμενο και μίλησε για πρώτη φορά στην εκπομπή.
«Εμένα μου είχε μεγάλη αδυναμία ο κύριος Κώστας. Ήταν περίεργος άνθρωπος, ιδιόρρυθμος αλλά ήταν και μόνος του εδώ».
Όπως εξηγεί, όταν αποφάσισε να νοικιάσει το κατάστημά του, οι παλιοί κάτοικοι του χωριού την είχαν προειδοποιήσει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική με τους όρους του μισθωτηρίου.
«Εγώ δεν τον γνώριζα. Μου έλεγαν να προσέξω, να γράψω τα πάντα στο μισθωτήριο για να μην έχω προβλήματα. Το αλλάξαμε πέντε φορές. Στο τέλος όμως ικανοποιήθηκε και αυτός από το αποτέλεσμα και χαιρόταν που είχε δουλειά το μαγαζί».
Όπως λέει η ίδια, οι οικογενειακές του σχέσεις ήταν εδώ και χρόνια τεταμένες.
«Υπήρχαν κόντρες με τον αδερφό του και τα ανίψια. Για τα κληρονομικά, για χωράφια. Πολλά χρόνια έτρεχαν στα δικαστήρια. Είχαν καυγάδες ακόμη και για διαθήκες που έλεγαν ότι ήταν πλαστές. Τώρα τι γινόταν, δεν ξέρω».
Παράλληλα, περιγράφει έναν άνθρωπο με έντονες αντιδράσεις.
«Ήταν περίεργος χαρακτήρας. Αν δεν του έκανες τη χάρη ή δεν συμφωνούσες μαζί του, γινόταν εχθρός σου. Μετά το ξεχνούσε».
Η μάρτυρας αναφέρει ότι είχε μιλήσει και με έναν από τους γιους του αγνοούμενου.
«Εγώ μίλησα με τον γιο του, τον Δημήτρη. Είχε έρθει τον Ιούλιο και σκεφτόταν μάλιστα να απευθυνθεί και στην κυρία Νικολούλη. Το συζητήσαμε αυτό όταν είχε έρθει στο μαγαζί από την Αμερική. Με ρώτησε τη γνώμη μου για την εξαφάνιση και του απάντησα πως δεν γνωρίζω τίποτα».
Η τελευταία φορά που τον είδε
Όσο για την τελευταία φορά που είδε τον Κώστα Γρεβενίτη, την θυμάται καθαρά.
«Την ημέρα της εξαφάνισης τον είδαμε να πηγαίνει απέναντι, στο καφενείο της κυρά Ρίνας. Ήταν με τον Γιώργο. Κάθισαν για έναν καφέ και στη συνέχεια έφυγε μόνος του. Τον είδα να κατευθύνεται προς τη Σκάλα. Μετά δεν τον ξαναείδα. Για την εξαφάνισή του εμείς μάθαμε την επόμενη μέρα, όταν έψαχναν όλοι να τον βρουν και ήρθε η αστυνομία στο μαγαζί με την ΕΜΑΚ. Ανέβηκαν και πάνω, στο σπίτι. Ήλεγξαν και τις κάμερες από τα γύρω μαγαζιά αλλά δεν βρήκαν τίποτα».
Η ίδια παραμένει μέχρι σήμερα συγκλονισμένη και δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς, ο άνθρωπος που γνώριζε χάθηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος.
«Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπορεί να έχει πεθάνει. Ήταν τετραπέρατος άνθρωπος. Πώς γίνεται να εξαφανιστεί έτσι; Είναι σαν να τον πήραν σηκωτό. Ο μπάρμπα Κώστας δεν φοβόταν τίποτα. Δεν καταλάβαινε Χριστό! Δεν γνώριζα ότι είχε τόσο μεγάλη περιουσία. Μας έλεγε για τα μαγαζιά που είχε στην Αμερική και πόσο κόσμο είχε κάθε μέρα. Πήγαινε στην Αμερική για κανένα μήνα και επέστρεφε στο χωριό. Είχε σκοπό να μείνει μόνιμα στον Βλαχιώτη. Κάτι πρέπει να έγινε εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά και γρήγορα… Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν έχει βρεθεί ούτε το παραμικρό μέχρι σήμερα. Δεν πρέπει να ελεγχθούν τα πάντα;», καταλήγει.