«Είδα πίσω όλα τα καμιόνια, να στάζει αίμα. (…) Εξήγησα στη μητέρα μου τι έγινε και με πήρε στην αγκαλιά της και μου λέει ‘παιδί μου δεν έπρεπε να βλέπεις τέτοια πράγματα’».
Συγκλονιστική μαρτυρία
Ο γνωστός φωτορεπόρτερ Αριστοτέλης Σαρρηκώστας ήταν μόλις 9 ετών την Πρωτομαγιά του 1944. Έμενε στην Καισαριανή και διηγείται στο MEGA και τις «Εξελίξεις Τώρα» όσα θυμάται από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο σκοπευτήριο.
«Εκείνη την ημέρα, πλησιάζοντας στο κέντρο της πλατείας της Καισαριανής, που είναι η εκκλησία της Παναγίτσας, ακούσαμε καταρχήν τραγούδια. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα επτά, οκτώ, δέκα καμιόνια στρατιωτικά γερμανικά, τα οποία ήταν φορτωμένα με κόσμο, οι οποίοι τραγουδούσαν εθνικά τραγούδια και τα δε τελευταία καμιόνια τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο. Τελικά μετά από δύο ώρες περίπου ήρθε ένας υπεύθυνος του Ερυθρού Σταυρού και μας είπε ‘παιδιά σήμερα πρέπει να πάτε νωρίτερα σπίτι, θα φύγετε’. Και τον ρωτήσαμε γιατί, και μας είπαν ‘έχουμε τον λόγο μας, πρέπει να φύγετε’».
Όπως λέει ο ίδιος:
«Πλησιάζοντας πάλι στην εκκλησία της Παναγίτσας, που είναι η πλατεία της Καισαριανής, είδαμε αυτήν τη φορά να κατεβαίνουν τα καμιόνια συμπτωματικά. Σας λέω τι είδαμε, είδαν τα μάτια. Με τη μόνη διαφορά ούτε τραγουδούσαν ούτε άκουσα τον Εθνικό Ύμνο. Απλώς περνώντας από μπροστά μου, είδα πίσω όλα τα καμιόνια, να στάζει αίμα, επάνω στην άσφαλτο. Έσταζε αίμα».
«Μπήκε στον λογισμό μου ότι πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι εκτελέστηκαν. Εκείνη την στιγμή μου φάνηκαν ότι ήταν φέρετρα, δεν ήταν αυτοκίνητα, και μετέφεραν τους νεκρούς. Έτρεξα τρομαγμένος στο σπίτι, αφού άφησα τα δύο ξαδέλφια μου στο σπίτι τους», σημειώνει.
Όπως λέει ο γνωστός φωτορεπόρτερ:
«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος των Αθηναίων τότε, το ’44, και όχι μόνο, το ’41 δηλαδή από την κατοχή, ήταν η πείνα. Φανταστείτε ότι ο κόσμος τότε πέθαινε στους δρόμους. Στην κυριολεξία πέθαινε στους δρόμους. Και γύριζαν μερικά καροτσάκια του δήμου και έβαζαν τα πτώματα μέσα και τους έθαβαν σε ομαδικούς τάφους στην Καισαριανή».
«Ευχή, οι φωτογραφίες αυτές να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να διοχετευτούν σε μέρη όπως σχολεία, μουσεία, να μάθει ο κόσμος ακριβώς πώς ήμασταν εκείνη την εποχή», καταλήγει.