Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης ήταν ο σημερινός καλεσμένος στο Buongiorno.
Για την απώλεια και το κίνητρο, αρχικά ο αγαπημένος ηθοποιός ανέφερε: «οι απώλεια είναι μία υπενθύμιση. μαύρο σκοτάδι ζεις τις πρώτες μέρες που φαντάζομαι δεν μπορείς να διαχειριστείς το συναίσθημα και σε πιάνει αυτό το εγωιστικό αμόκ της ζωής, αλλά επί της ουσίας όχι. Είναι ότι είχα τη χαρά να ζήσω τέτοιες σχέσεις στη ζωή μου, να μάθω από αυτές, να έχω τόσες ωραίες θετικές αναμνήσεις, να μπορεί να μετακινείται το συναίσθημά μου, να μην το παίζω ούτε πολύ σκληρός ούτε πολύ. Να μπορώ να μετέχω, να συμμετέχω και να μου μεταδίδει ένα κίνητρο κάθε φορά την επόμενη μέρα να προσπαθώ λίγο καλύτερα. Και για το συναίσθημά μου, αλλά και γι’ αυτό που κάνω. Δεν το καταφέρνω πάντα, δεν είμαι ο Σούπερμαν, αλλά ακόμα και η αποτυχία π.χ. είναι ο πιο σπουδαίος δάσκαλος στο να σου ενεργοποιήσει το κίνητρο να καταλάβεις το γιατί και να προχωρήσεις μετέπειτα στη ζωή σου. Όχι για να πετύχεις. Για να αισθανθείς ότι εξελίχθηκες ένα σκαλοπάτι παραπάνω», είπε ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης.
Σημαντικό κομμάτι της συνέντευξης αποτελεί η σύνδεση της παράστασης “Φάλαινα” με την προσωπική ζωή του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη και, κυρίως, με την ιστορία του πατέρα του. Η “Φάλαινα” περιγράφεται ως η μεταμόρφωση της αδυναμίας σε ένα βαρύ φορτίο (ενοχή, τύψεις), και ο στόχος είναι να βρει κανείς τι τον πλήγωσε και να το αποδεχθεί για να το λύσει.
Η όλη ιστορία και το σκηνοθετικό σημείωμα είναι περισσότερο για εκείνον δηλαδή, πώς ξαφνικά η ζωή μπορεί να αλλάξει σε ένα χρονικό σημείο και να μεταμορφώσει οτιδήποτε έχει ο καθένας μας μέσα του, την αδυναμία του, σε μια “φάλαινα”. Είτε άλλοι το λένε Ερινύες, άλλοι το λένε ενοχή, άλλοι το λένε τύψεις. Ο καθένας το λέει με το δικό του παραμύθι, με τη δική του σκέψη. Και πώς τελικά, πέραν του γεωμετρικού σχήματος το οποίο όλοι προσπαθούν να χαρακτηρίσουν μέσα από αυτό, να βρεις τι είναι αυτό το οποίο σε πλήγωσε και κάπως να το πάρεις αγκαλιά να το λύσεις. Ο πατέρας μου ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και γυρνούσε όλη την Ελλάδα. Μετά ήρθε το ίντερνετ, η εξέλιξη, και αυτούς, όταν σε πετυχαίνει στο μεταίχμιο 55-60 κάπως έχεις κουραστεί, έχεις μεγαλώσει, όταν φτάνεις σε ένα σημείο στο οποίο δεν το ξέρεις και ο χρόνος σε προσπερνάει, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αντίστοιχους ανθρώπους στη “φάλαινα” να μην την αφήσουν να τους καταπιεί. Στον αντίστοιχο μύθο του Ιωνά. Να φύγεις, να φύγεις από τη φάλαινά σου και να ξαναγεννηθείς. Οπότε, ναι, ο πατέρας μου είχε δυστυχώς αυτή την ίδια διαδρομή όπου αφέθηκε».
«Μετά όταν ήρθε η ταινία πρώτα που είδα, μετά μαθαίνοντας ότι είναι θεατρικό και το κείμενο στα χέρια μου, λέω ξέρω έναν θεατή σίγουρα που θα αισθανθεί περίεργα βλέποντάς το. Και έτσι είπαμε μαζί με τον Δημήτρη Αρχιμανδρίτη και τον Ιωάννη Παντελίδη, αλλά και όλο το υπέροχο team να προσπαθήσουμε να παίξουμε κάτι το οποίο μπορεί και να σε ενοχλήσει, να σε πληγώσει», συνέχισε.
Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης αποκαλύπτει ότι έχασε και τους δύο γονείς του σε μικρό χρονικό διάστημα.
Η μητέρα του δεν πρόλαβε να δει την παράσταση, ενώ ο πατέρας του την παρακολούθησε κρυφά και αργότερα, δίνοντας του το “ωραιότερο κομπλιμέντο” της ζωής του λέγοντας “μεγάλωσες”.
«Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι οι οποίοι αγαπούσαν πολύ τις τέχνες. Αγαπούσαν όλους τους ανθρώπους της τέχνης. Τη μουσική, τη ζωγραφική, τον χορό. Οπότε ήταν μια φυσική εξέλιξη μαζί τους να έχω στον χώρο μου ως παιδάκι τέτοιες παραστάσεις. Πάντοτε είχαμε έναν τρόπο έκφρασης τέτοιο. Μουσικοθεατρικό, επικοινωνιακό», υπογράμμισε.
Για τις γυναικοκτονίες και τη βία εις βάρος των γυναικών που τον ώθησε με έναν τρόπο να σκηνοθετήσει και τον «Φονιά» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης ανέφερε: «
«Όταν μπαίνω σε μια διαδικασία να φτιάξω κάτι, συνήθως διαβάζω ένα κείμενο και αυτό σηματοδοτεί κάτι συναισθηματικά μέσα μου. Αν δεν σηματοδοτεί, δεν είμαι έτοιμος να το καταλάβω. Το είχα διαβάσει και κάθισε 12 χρόνια στη βιβλιοθήκη γιατί δεν ήξερα πώς να χειριστώ το λεξιλόγιο. Ήμουν πολύ νέος όταν το είχα πάρει., Οι παραγωγοί της παράστασης, είχαν χρόνια μεγάλη αγάπη στην ιστορία αυτή, την πρώτη ουσιαστικά αληθινή γυναικοκτονία όπου δικαιώνεται ο θύτης. Ο φονιάς ή ο δράστης. Και εκεί λοιπόν ξεκίνησε η συνάντηση με τον Βασίλη Κατσικονούρη που είναι ο συγγραφέας του έργου, ο οποίος είναι από το διπλανό χωριό από το συμβάν στην Ηλεία, δηλαδή ξέρει πολύ καλά την ντοπιολαλιά, τον τρόπο και τα λοιπά. Και ξεκίνησε ένα τρελό γαϊτανάκι για να συγκεντρωθούμε, ξεκινώντας από τον φίλο μου αγαπημένο και καλό μου, κολλητό μου φίλο, τον Μιχάλη Σαράντη και ήρθαν όλοι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι και συνεργάτες να αποτυπώσουμε αυτό το οποίο είχε γράψει ο Βασίλης τόσο όμορφα και τόσο έντονα. Δυστυχώς είναι επίκαιρο. Λέει μέσα το έργο “έτσι γινόταν τότενες”. Και ξαναγυρίζει ο φοιτητής και λέει “τότενες;”. Δηλαδή δυστυχώς είναι επίκαιρο. Η φύση του ανθρώπου είναι βίαιη πολύ. Απ’ την άλλη όμως, είναι τόσο συγκλονιστική και τόσο συγκινητική η ιστορία, που αν καθίσεις με μια αθώα ψυχή να ακούσεις κάτι, σίγουρα θα βρεις και εκεί ένα καθρέφτισμα. Όχι μόνο από αυτά που συμβαίνουν τα πολύ άσχημα γύρω μας, αλλά και θα μετακινήσει και κάτι μέσα σου γιατί είναι ήχοι και τρόποι που τους έχουμε ξανακούσει».
Για τα επόμενα επαγγελματικά του βήματα είπε: «Φέτος είναι η τελευταία χρονιά στη Φάλαινα. Θα τελειώσει, θα τελειώσει στις 5 Απριλίου. Και έχουμε μετά κάποιες παραστάσεις στην Κύπρο. Είναι πάρα πολύ δύσκολη η σωματική κατασκευή. Σωματικά πια το λέω. Ψυχολογικά είναι κάτι που αγαπάω. Και το καλοκαίρι θα καταπιαστούμε με ένα υπέροχο έργο τον «Οθέλλο». να συγκλονιστικό έργο, ένας συγκλονιστικός ρόλος».