2011-12

# 2011-12

ΤΑ ΝΕΑ

25.10.2011

ΑΓΡΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Αυτές τις ώρες που ο οικονομικός πανικός έχει στενέψει το εύρος του κόσμου, η «Εμπόλεμη ζώνη» θύμισε την απειλητική ύπαρξη πυρήνων διάβρωσης του πολιτισμού των ωραίων ιδεών και των ιδανικών εφαρμογών τους.

Μοιάζει κιόλας μακρινή η τραγωδία που έπληξε τη Νορβηγία το περασμένο καλοκαίρι. Σε μια Ευρώπη των τρομοκρατημένων λαών από τον εφιάλτη της χρεοκοπίας και του τέλους των παραμυθιών της διαρκούς προόδου και ευδαιμονίας, το άγριο τρομοκρατικό χτύπημα στο Οσλο και το νησί Ουτόγια μοιάζει σαν ένας ακόμη τηλεοπτικός εφιάλτης από τους αλλεπάλληλους που καταναλώνουμε ως θεατές.

Τότε πάγωνε η Ευρώπη από «έκπληξη» για όσα μπορεί να κρύβει η καλοφτιαγμένη εικόνα χωρών με υποδειγματική λειτουργία των θεσμών τους, που οι πολίτες τους έχουν την πολυτέλεια να χτίζουν ζωές οργανωμένες. Αφορμή η άγρια επίθεση ενός στρατευμένου στο ρατσιστικό μίσος, όπως αποδείχθηκε, και όχι ενός τρελού, για να αποκαλυφθεί ότι το «αυγό του φιδιού» φωλιάζει στην καρδιά της Ευρώπης.

Σε εκείνες τις στιγμές και τον προβληματισμό που επ' ολίγον παραμέρισε την εφιαλτική εικόνα της οικονομικής θύελλας, η οποία μαινόταν στις αγορές, επέστρεψε ο φακός του Σωτήρη Δανέζη για να ξεδιπλώσει, μέσα από τις άγριες μνήμες εκείνων που υπήρξαν μάρτυρες, τη διπλή τραγωδία, την προσωπική για τις ζωές που δεν είναι πια ίδιες και τη συλλογική, ενός τόπου της «χαμένης αθωότητας».

Με την εξαιρετική φωτογραφία του Αρη Βιτάλη και τη ρυθμική σκηνοθεσία του Δημήτρη Γεράρδη να υπηρετούν την αντίθεση ανάμεσα στην ατμόσφαιρα του νορβηγικού τοπίου, που μοιάζει να περιβάλλει γαλήνιο μια ευδαίμονα χώρα, και στα συντρίμμια, ανθρώπινα και υλικά, που προκάλεσε ο βίαιος θρυμματισμός του εφησυχασμού από την τρομοκρατική επίθεση του Μπρέιβικ.

Τα νεαρά πρόσωπα, τα οποία αφηγούνται τις δραματικές στιγμές και τις μακάβριες μνήμες, έχουν τα νεανικά χαρακτηριστικά τους σφραγισμένα από μια απόκοσμη ωριμότητα. Τι άλλο θα μπορούσε να συμβαίνει σε ένα κορίτσι που θυμάται ότι ήταν πεσμένο στο έδαφος, όταν είχε ξεσπάσει ο πανικός με τους πυροβολισμούς, και τότε άκουσε ένα κινητό κοντά της να χτυπάει; Κοίταξε στο καντράν και έγραφε «μαμά - μπαμπάς». Ο κάτοχός του δεν μπορούσε να απαντήσει. Ηταν δίπλα νεκρός.

Ηθελε να σκοτώσει όσο περισσότερους μπορούσε, είχε δηλώσει με κυνισμό ο δολοφόνος. Γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι ο αριθμός των νεκρών θα έδινε στον στόχο του, στο μήνυμα του φονικού μίσους, μιντιακή προβολή - ή μήπως να την χαρακτηρίσουμε «αίγλη», σύμφωνα με τη διαστροφή του μυαλού του;

Ενας επίγειος παράδεισος το νησί Ουτόγια, καθώς πλησιάζει η βάρκα και ο φακός αποτυπώνει την πυκνή βλάστηση. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί νέοι 15-19 ετών για σεμινάρια πολιτικής, να ανταλλάξουν ιδέες για το μέλλον, που αυτές οι ηλικίες το φαντάζονται στα χέρια τους, αύριο-μεθαύριο, καλύτερο. Και γι' αυτό δεν υπήρχε πιο βίαιη προσγείωση στη σκοτεινή πραγματικότητα του κόσμου, που νόμιζαν ευοίωνο για τα όνειρά τους, από τη δολοφονική επίθεση μιας διεστραμμένης προσωπικότητας, κατασκευασμένης στα σκοτεινά σπλάγχνα του ίδιου αυτού πολιτισμού, τον οποίο μάθαιναν να τιμούν στις εκπαιδευτικές συναθροίσεις τους.

Ενα όμορφο ξανθό κορίτσι, που σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες, συμμετέχει στο δημοτικό συμβούλιο και θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική, μια 17χρονη, μαθήτρια στο λύκειο, που είχε επιλέξει τη σχολική κατεύθυνση ΜΜΕ για να μελετήσει τη λειτουργία τους, παιδιά που απολάμβαναν τις ευκαιρίες μιας οργανωμένης χώρας και έχτιζαν το μέλλον με τη βεβαιότητα των συνθηκών δημοκρατικής σταθερότητας που τους εξασφάλιζε.

«Αντιμετώπισα δίλημμα στην αρχή, αλλά τελικώς ανέλαβα την υπεράσπιση γιατί αυτό ήταν το χρέος μου προς τη δημοκρατία», θα πει ο συνήγορος του Μπρέιβικ, προσθέτοντας τη διάσταση του ιδανικού οικοδομήματος των δημοκρατικών θεσμών, το οποίο αγωνίζεται να επανασυντεθεί πάνω από τα ερείπια που άφησε η βίαιη αμφισβήτησή του.

«Νομίζαμε ότι ήμασταν προφυλαγμένοι, κανείς δεν σκέφτηκε ότι θα ήμασταν οι επόμενοι», λέει ένας νεαρός μάρτυρας στον φακό. Αυτό ήταν για μας και η κεντρική ιδέα της εκπομπής. Δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ασφάλειας, όσο ο κόσμος εγκαταλείπει εύκολα τη μνήμη από τραγωδίες που προκάλεσαν το μίσος και η δυσανεξία.

Της Πόπης Διαμαντάκου


ΤΑ ΝΕΑ

24.01.2012

Ο ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΤΗΛΕΘΕΑΤΩΝ

Με συναρπαστική αφήγηση, σαν χολιγουντιανή βιογραφία του εμβληματικού «φαινομένου Μπερλουσκόνι», το ντοκιμαντέρ της «Εμπόλεμης Ζώνης» (Mega) μάς καθήλωσε το βράδυ της Κυριακής

Ιδανικό δημιούργημα της πολιτικής τού ταραχώδους τέλους του 20ού αιώνα και της ακόμη πιο δραματικής έναρξης του 21ου ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο κύριος Τηλεόραση, όπως τον αποκαλούσαν, συμπύκνωσε στα τριάντα περίπου χρόνια της κυριαρχίας του στη δημόσια, πολιτική και «ψυχαγωγική» σφαίρα μιας από τις μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης όλα τα ακραία χαρακτηριστικά ενός πολιτικού συστήματος που αξιοποίησε το γλυκερό ναρκωτικό τηλεοπτικών παραμυθιών μικροαστικής ψευδοευημερίας για να πετύχει τη λαϊκή ανοχή στον αυταρχισμό και στη σκανδαλώδη κατάχρηση εξουσίας του.

Η πλούσια και συστηματική έρευνα της «Εμπόλεμης Ζώνης» για την προσωπικότητα εκείνου που γνώριζε καλύτερα από τον καθένα να μετατρέπεται σε γελωτοποιό του πλήθους, προσφέροντας την αφασία της διασκέδασης στη θέση της πολιτικής σκέψης και κρίσης, κατάφερε να αφηγηθεί την ίδια στιγμή ένα «καπιταλιστικό παραμύθι» αλλά και να αποτυπώσει το ψυχογράφημα ενός λαού, μιας εποχής και του πρωταγωνιστή της. Είδαμε το πρώτο μέρος. Ακολουθεί δεύτερη συνέχεια, καθώς δεν πρόκειται απλώς για την ιστορία του Μπερλουσκόνι αλλά για την αποτύπωση της κολοσσιαίας «φούσκας» των μικροαστικών ονείρων η οποία έσκασε παταγωδώς στα χρόνια της μεγάλης κρίσης.

Παρακολουθήσαμε τον νεαρό Μπερλουσκόνι στα φοιτητικά του χρόνια να βγάζει «χαρτζιλίκι» τραγουδώντας σε κρουαζιερόπλοια Σινάτρα. Ακολούθησε η εντυπωσιακή του πορεία στον τομέα των κατασκευών. Και ήταν εδώ η σφραγίδα μιας Ευρώπης του κατασκευαστικού οργασμού της δεκαετίας του '70, με τις οικοδομές πολυτελών γραφείων και σπιτιών να διαμορφώνουν τη λαμπερή βιτρίνα του νέου, επιδεικτικού πλούτου. Δικό του έργο η δημιουργία μιας ολόκληρης κωμόπολης στις παρυφές του Μιλάνου με 57.000 πολυτελή διαμερίσματα. Πού βρήκε τα χρήματα; Ακούγονται μαρτυρίες για τις σκοτεινές διασυνδέσεις του με τη Μαφία.

Η περιγραφή των «επιχειρήσεων Μπερλουσκόνι» δίνει ήδη την υποδειγματική δομή μιας αυτοκρατορίας που θέλει να κατακτήσει ολοκληρωτικά την εξουσία και διαμορφώνει τον κύκλο των πιστών στρατηγών της. Φυσικά χρειάζεται και η πολιτική υποστήριξη. Την πετυχαίνει.

Μαζί με τα γεγονότα, όμως, αναδεικνύονται και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής μπερλουσκονικής προσωπικότητας, που λες και είχε ζυμωθεί με τα υλικά της νέας κουλτούρας μιας χώρας - και μιας Ευρώπης - η οποία, βγαίνοντας από την ψυχροπολεμική εποχή, γυρνούσε την πλάτη στις ιδεολογίες και την παράδοση του Διαφωτισμού για να ριχτεί με ενθουσιασμό στις επιφανειακές απολαύσεις της καταναλωτικής υστερίας. Φίλοι του, όπως ο δημοσιογράφος Γκουζάντε, αλλά και επικριτές του τον περιγράφουν σαν άνθρωπο με τρομακτικό «Εγώ». «Πίστευε ότι ήταν ακαταμάχητος» και γινόταν.

Εξ ου και η δεκαετία του '80, με την έκρηξη της τηλεόρασης, του 'ρχεται γάντι. Ξεκινάει από επένδυση στην καλωδιακή για να δημιουργήσει τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή μιντιακή επιχείρηση, εισάγοντας σε μια Ιταλία κουρασμένη από πολιτικά σκάνδαλα και απογοητευμένη από την πολιτική τα τηλεοπτικά ήθη του αφασικού λάιφσταϊλ.

Καθιερώνει την πολύ τηλεοπτική «ιδεολογία» του, που είχε πυρήνα της την αφήγηση τηλεοπτικών παραμυθιών, έξοχων ερεθιστικών της μικροαστικής λίμπιντο, τα οποία έδωσαν διέξοδο στη ρουτίνα και τη σεξουαλική μετριότητα ενός καταπιεσμένου κόσμου εργαζομένων που από το περιθώριο κομματικών και οικονομικών ελίτ μπορούσε να βγει στο τηλεοπτικό προσκήνιο.

Και πώς να παραβλέψουμε ότι η μπερλουσκονική τακτική βρήκε πλείστους όσους μιμητές στο εγχώριο τηλεοπτικό πεδίο στις δυο δεκαετίες που τα τηλεοπτικά ήθη του ίδιου λάιφσταϊλ οδήγησαν και εδώ την κούρσα της αφασικής ψευδοανάπτυξης.

Διόλου τυχαίο ότι ο Μπερλουσκόνι επένδυσε ταυτοχρόνως με το σεξ και στη σάτιρα, προβάλλοντας και ο ίδιος ένα ιδιόμορφο ίματζ που μπέρδευε τον παθολογικό εγωκεντρισμό του με τον αυτοσαρκασμό, γνωρίζοντας άριστα την απενοχοποιητική λειτουργία του γέλιου. Αποσπάσματα από μια έξοχη, σατιρική παράσταση του Μπενίνι που μιμείται τον Μπερλουσκόνι παρουσία του ίδιου προσθέτουν στο «ψυχογράφημα της εποχής» τη διάσταση εκείνη ενός μαζικού θεάματος το οποίο λατρεύτηκε από τα τηλεοπτικά πλήθη, τη σάτιρα. Στοιχείο μιας πνευματικής εν τέλει παρακμής, τα διαρκή χαχανητά ενός κόσμου που διψάει για διασκέδαση έμοιαζαν να λειαίνουν τις επικίνδυνες αιχμές της σκληρής πραγματικότητας.


Της Πόπης Διαμαντάκου